In the rhythm of cosmos! O Δημήτρης Παρούσης, ένας Ελληνας δημοσιογράφος, αυτή τη στιγμή ταξιδεύει στον κόσμο. Παρακολουθήστε on line την περιπλάνησή του, μοιραστείτε τις εμπειρίες του, ταξιδέψτε μαζί του...
EN

EN

GR

GR

FR

FR

DE

DE

ES

ES

Απρίλιος
MoTuWeThFrSaSu
12
3456789
10111213141516
17181920212223
24252627282930

Ιστορίες ανά χώρα

Περού, στις φυλακές της Λίμα, 5 Νοεμβρίου 2009


 

(Μέρος Β΄)

Ο Β.Σ. 48 ετών από την Κρήτη, ο Δ.Τ. 30 χρόνων από την Αθήνα και ο Κ.Μ. 45 ετών από την Πελοπόννησο, είναι οι τρεις Ελληνες που βρίσκονται στις φυλακές του Περού. Βιώνουν μήνες τώρα το δικό τους «Εξπρές του Μεσονυχτίου», μέσα στη σιωπή, μόνοι τους, μακριά από κάθε δικό τους και χωρίς την ουσιαστική στήριξη κανενός.

Θέλεις δύο μέρες με αεροπλάνο για να φτάσεις από την Ελλάδα εκεί. Σε μια ξένη χώρα, χωρίς να γνωρίζουν τη γλώσσα. Στα επισκεπτήρια απλά δεν περιμένουν κανέναν. Για τους τρεις Ελληνες το επισκεπτήριο δεν αποτελεί ευχάριστη ανάπαυλα στη δύσκολη ζωή πίσω από τα σίδερα. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι είναι διπλά φυλακισμένοι.

Οταν τους συνάντησα ήταν μουδιασμένοι, μου μίλησαν σε σπαστά αγγλικά μαζί με ελάχιστες ισπανικές λέξεις. Νόμιζαν ότι ήμουν κάποιος περουβιανός δικηγόρος για να τους μεταφέρει άλλη μια άσχημη είδηση.

Καταβεβλημένοι. Κοιτώντας τους στα μάτια, βλέπεις το κενό στην ψυχή τους. Ανθρωποι που παραδόθηκαν στις συνθήκες και παλεύουν στο όριο για να κρατήσουν ζωντανή την ελπίδα. Υπομονή. Υπομένουν. Το μόνο που τους έχει μείνει…

Η «καλημέρα» μου στα ελληνικά ήταν αρκετή για να τους κάνει να σηκώσουν το κεφάλι και να με κοιτάξουν και αυτοί στα μάτια. Κοίταξαν ο ένας τον άλλον για σιγουρευτούν ότι άκουσαν ελληνικά από κάποιον ξένο που ήρθε να τους επισκεφτεί.

«Ηρθα από την Ελλάδα για να σας δω. Σας έφερα και μερικά δώρα από φίλους από την Ελλάδα και θα προσπαθήσουμε να σας βοηθήσουμε», τους είπα. Η ελπίδα νόμιζα ότι δεν έχει μορφή, αλλά εκείνη τη στιγμή την είδα. Δεν υπερβάλλω, ποιητικής αδείας. Αισθάνθηκα ότι η ελπίδα του Β.Σ. ξύπνησε από τα βάθη της ψυχής του και σκαρφάλωσε στη ματιά του για να δει και να ακούσει τα απρόσμενα μαντάτα. Τα μάτια του Β.Σ φώτισαν σα να έβλεπαν το πιο όμορφο τοπίο του κόσμου, μαζί με την ελπίδα ανηφόρησε και το χαμόγελο που πήρε τη θέση που του ανήκει, μάλλον έπειτα από πολύ καιρό.

Ο Δ.Τ. μάλιστα με ακούμπησε για να βεβαιωθεί ότι είμαι αληθινός. Τα μπλε του μάτια ξαναπήραν χρώμα. Προσωπικά αισθάνθηκα παράξενη ενέργεια. Τα δύο σκυφτά σώματα δίπλα μου άρχισαν να... στέκονται στο ύψος τους.

«Βοήθησέ μας να βγούμε από εδώ», μου είπαν χωρίς δεύτερη κουβέντα, λες και δεν θα είχαμε άλλο χρόνο να κουβεντιάσουμε. Αυθόρμητα νομίζω μίλησε η ελπίδα τους χωρίς πρωτόκολλα και ευγένειες. Και έχουν δίκιο. Σε αυτή την περίπτωση δεν υπάρχει κάτι άλλο ουσιαστικό που μπορείς να περιμένεις.

Ο Β.Σ είναι περίπου 6 μήνες στη φυλακή. Ο Δ.Τ συμπληρώνει σε λίγο ένα χρόνο και Κ.Μ. τους 15 μήνες. Και οι τρεις συνελήφθησαν για κατοχή ναρκωτικών στο αεροδρόμιο της Λίμα, την ώρα που θα γύριζαν στην Ελλάδα.

Εσφαλαν. Και σήμερα πληρώνουν το λάθος τους. Εχουν καταδικαστεί από την Περουβιανή δικαιοσύνη σε φυλάκιση 6 χρόνων και 8 μηνών, ο καθένας. Ευτυχώς οι ποσότητες ήταν μικρές γιατί διαφορετικά θα αντιμετώπιζαν την ποινή της ισόβιας κάθειρξης.

«Εσφαλα. Προσωπικά ούτε έμπορος ναρκωτικών είμαι, ούτε ήθελα να κάνω κανένα κακό σε κανέναν. Είχα ανάγκη από χρήματα, κάποιοι με χρησιμοποίησαν και τελικά βρέθηκα εδώ», μου είπε ο Δ.Τ, ο νεότερος των Ελλήνων στις φυλακές του Περού.  «Το έχω μετανιώσει. Ζητώ συγνώμη από το Περουβιανό λαό και από τους δικούς μου. Εκανα ένα λάθος και το πληρώνω, και μάλλον στην περίπτωσή μου το πληρώνω ακριβότερα…».

Από τους 588 αλλοδαπούς που βρίσκονται στις φυλακές του Gallao, οι 587 είναι καταδικασμένοι για κατοχή ναρκωτικών και στην πλειοψηφία τους συνελήφθησαν στο αεροδρόμιο. Οποιος νομίζει ότι μπορεί να μεταφέρει εύκολα ναρκωτικά από το Περού στην Ελλάδα, απατάται. Οποιος νομίζει ότι το Περού είναι μια τριτοκοσμική χώρα πλανάται…

«Η περιπέτεια ξεκινά από τη στιγμή που σε πιάνουν. Για είκοσι μέρες είσαι από κρατητήριο σε κρατητήριο. Πραγματικός εφιάλτης. Δεν ξέρεις πού είσαι, πού σε πάνε, τί θα απογίνεις. Είσαι μόνος, τρομαγμένος, δεν έχω ζήσει χειρότερη εμπειρία στα 48 μου χρόνια», μου λέει ο Β.Σ. «Πρέπει να πως ότι εμάς τους ξένους μας συμπεριφέροντε καλύτερα από τους Περουβιανούς. Στις φυλακές το πρόβλημά μας είναι ότι είμαστε υπεράριθμοι, πώς να χωρέσουν 300 τόσοι άντρες σε ένα χώρο που είναι φτιαγμένος να χωράει ίσα ίσα 80 άτομα».

Οι τρεις Ελληνες κρατούμενοι, έσφαλαν. Για αυτό και τώρα πληρώνουν το λάθος τους στερούμενοι την ελευθερία τους. Σε αυτό όμως που θα σταθώ σε τούτη την ιστορία είναι η ανθρωπιστική πλευρά της όλης υπόθεσης.

Το ότι έσφαλαν δε σημαίνει ότι πρέπει να τους καταδικάσουμε κι εμείς με τη απομόνωσή τους. Με το να τους ξεχάσουμε. Το τίμημα της στέρησης της ελευθερίας και η όλη διαδικασία είναι αρκετή για την τιμωρία τους. Δεν μπορούμε όμως να τους αφήσουμε στην τύχη τους. Ανθρωποι είναι και αυτοί.

«Είμαι σχεδόν ένα χρόνο εδώ. Κανείς δεν ήρθε να με δει. Οι δικοί μου έχουν οικονομικές δυσκολίες και έχουν κάποια ηλικία που δεν τους επιτρέπει να έρθουν να με δουν. Και πώς να έρθουν εδώ. Αντε έφτασαν στο αεροδρόμιο και μετά; Γνωστούς δεν έχω στο Περού. Οι μόνοι που θα μπορούσαν να είναι δίπλα μας είναι η ελληνική πρεσβεία, αλλά δυστυχώς, τουλάχιστον για την περίπτωσή μου κανείς δεν ενδιαφέρθηκε. Οι άλλες πρεσβείες της Ολλανδίας, της Γερμανίας, της Ισπανίας και πολλές άλλες δείχνουν απίστευτο ενδιαφέρον. Τους φέρνουν ρούχα, τους δίνουν κάποια οικονομική βοήθεια, έρχεται κάποιος και τους βλέπει. Στη δική μου περίπτωση δε συμβαίνει αυτό. Αισθάνομαι ξεχασμένος από τον κόσμο και αυτό είναι πιο σκληρό από το να είσαι μέσα στη φυλακή. Εκανα ένα λάθος, αλλά δεν είμαι εγκληματίας για να με αντιμετωπίζουν έτσι», μου είπε ο Δ.Τ.

Στις φυλακές, όπως έμαθα αργότερα, όλα πληρώνονται. Ακόμη και το χαρτί υγείας. Νόμιζα ότι τουλάχιστον ένα κρεβάτι, ένα πιάτο φαγητό και κάποιος κοινόχρηστος χώρος είναι αυτονόητα. Στις φυλακές όμως δεν είναι έτσι. Αν δεν έχεις χρήματα, απλά είσαι χαμένος.

Όπως μου εξήγησε ο πρόεδρος της επιτροπής απονομής χάρης του υπουργείου Δικαιοσύνης του Περού, Μιγκέλ Φακούντο, η κατάσταση στις φυλακές του Περού δυστυχώς σήμερα είναι εκτός ελέγχου.

«Για παράδειγμα», παραδέχτηκε ο Μιγκέλ Φακούντο, «γνωρίζουμε ότι στις φυλακές  Lurigancho, οι υποδομές είναι για να υποστηρίξουν 3.000 κρατούμενους και σήμερα έχουμε πάνω από 12.000 φυλακισμένους εκεί. Δυστυχώς οι αστυνομικοί είναι λιγότεροι από όσους πρέπει να υπάρχουν για να ελέγχουν τις φυλακές. Στις πτέρυγες όπου είναι οι βαρυποινίτες η αστυνομία δεν μπορεί να μπει και να τους ελέγξει. Είναι σαν αυτοδιοικούμενες περιοχές. Η κατάσταση που παραλάβαμε ως κυβέρνηση δεν μας επιτρέπει να κάνουμε απότομες αλλαγές γιατί θα θρηνήσουμε θύματα. Προσπαθούμε αργά και σταθερά να βελτιώσουμε την κατάσταση. Γνωρίζουμε ότι υπάρχει "μαφία" στις φυλακές. Ότι όλα πληρώνονται. Φανταστείτε ότι 12.000 κρατούμενοι την ημέρα για να περάσουν στο χώρο του επισκεπτηρίου πρέπει να πληρώσουν στη "μαφία" κάπου μια σόλα. Δηλαδή μόνο από αυτή τη διαδικασία κάποιοι επωφελούνται ένα τεράστιο ποσό και αν τα συγκεντρώσει κανείς, τότε διαπιστώνει ότι είναι πολύ δύσκολο να αλλάξεις την κατάσταση γιατί πολλοί κερδίζουν πολλά από αυτή τη διαδικασία. Αυτό το γνωρίζουμε και αυτό θα το αντιμετωπίσουμε», μου είπε.

Ακουσα ότι για να έχεις ένα κρεβάτι στις φυλακές πρέπει να πληρώσεις μέχρι και 1.500 δολάρια το χρόνο. Αν δεν έχεις, απλά κοιμάσαι στο πάτωμα. Αν δεν έχεις χρήματα δεν μπορείς να βγεις βόλτα γιατί απλά δεν μπορείς να πληρώσεις τα… διόδια από τις πόρτες ασφαλείας που πρέπει να περάσεις. Με τον ίδιο τρόπο , ούτε φαγητό μπορείς να έχεις και ούτε καν χαρτί υγείας. «Πράγματα που εσείς θεωρείται αυτονόητα για τις βασικές ανέσεις ενός κρατουμένου, εδώ δεν ισχύουν», μου είπε ένας κρατούμενος που πρόσφατα απελευθερώθηκε από τις φυλακές.

«Ξέρεις», μου είπε ο ίδιος πρώην κρατούμενος, «ειδικά, φαντάζομαι τους Ελληνες που είδες, όπως και όλους τους ξένους, η μαφία των φυλακών τους θεωρεί ως αγελάδες που μπορούν να τις αρμέγουν συνέχεια, γιατί πιστεύουν ότι έχουν χρήματα και αν δεν έχουν, τους αρμέγουν μέχρι να βγάλουν… ». «Και αν δεν έχουν;», τον ρώτησα. «Αν δεν έχουν, είναι χαμένοι από χέρι. Ο Θεός βοηθός».

Αυτό μου εξήγησε και γιατί ο Δ.Τ κοιμάται κάθε βράδυ στο πάτωμα, σε όποια γωνία βρει ελεύθερη κάθε φορά. Γιατί το μόνο περιουσιακό στοιχείο που έχει είναι το παντελόνι και το μπλουζάκι που φορά. Δεν έχει τίποτα άλλο. Δεν έχει κάποιο χώρο να αφήσει τα πράγματά του. Αν τα αφήσεις κάπου στα έχει πάρει κάποιος άλλος. «Για παράδειγμα αυτά που μου έφερες, θα τα κουβαλάω μαζί μου συνέχεια, μέχρι τελειώσουν». Ο Δ.Τ. δεν έχει χρήματα και δεν τον ρώτησα περισσότερα για να μην τον φέρω σε δύσκολη θέση. Και το επαναλαμβάνω στο ρεπορτάζ μου, πως δεν τους ρώτησα πολλά για τη ζωή τους στις φυλακές για να μην τους δημιουργήσω πρόβλημα. Και ούτε μου είπαν αυτά που ήθελαν να μου πουν και το καταλαβαίνω. Όπως και χωρίς να μου το ζητήσουν, αποφάσισα να μην γράψω τα ονόματά τους ή να δημοσιεύσω φωτογραφίες τους.

Το ρεπορτάζ μου δεν επικεντρώνεται στο αν είναι δίκαιο ή όχι που είναι στις φυλακές. Εσφαλαν και πληρώνουν το τίμημα με την στέρηση της ελευθερίας τους. Από την ανθρωπιστική του πλευρά όμως δεν δέχομαι αυτοί οι άνθρωποι να είναι αφημένοι στη μοίρα τους τη στιγμή που το ελληνικό κράτος δίνει πάνω από ένα εκατομμύριο ευρώ το χρόνο, σε υπεράριθμους υπαλλήλους στην ελληνική πρεσβεία που πραγματικά δεν μπορώ να καταλάβω το ρόλο της παρουσίας της εδώ. Για αυτό θα σας πω στην επόμενη ιστορία.

Όπως επίσης θα περίμενα μια συμπαράσταση και από την εδώ ελληνική κοινότητα, η οποία δεν είναι αυτή που θα έπρεπε. Ελπίζω με την παρουσία μου εδώ και έπειτα από αυτό το ρεπορτάζ τα πράγματα να αλλάξουν. Το επαναλαμβάνω, οι τρεις πρωταγωνιστές της σημερινής μας ιστορίας είναι κρατούμενοι, αλλά είναι και Ανθρωποι. Ολοι μας μπορεί κάποια στιγμή να βρεθούμε στη θέση τους. Και ως Ελληνας δεν δέχομαι να βρίσκονται αβοήθητοι στο έλεος της μοίρας τους, τη στιγμή που υπάρχει τρόπος να τους βοηθήσουμε κάπως.

Ο Κ.Μ. όταν πήγα μέσα στις φυλακές δεν ήταν στο κελί του, είχε πάει για μια εργασία και έτσι δεν μπόρεσα να τον δω. Η κουβέντα μου συνεχίστηκε με τον Β.Σ. «Προσωπικά με την ελληνική πρεσβεία, όποτε τους ζήτησα με βοήθησαν», μου είπε.

«Είστε καλά στην υγείας σας;». «Δόξα το Θεό, κρατάμε ακόμη», μου είπαν.

«Πως περνά η μέρα σας;». «Το μέρος είναι μικρό, είμαστε στριμωγμένοι, κάθε μέρα και ένας Γολγοθάς». Μου έκανε εντύπωση η χαρά τους για τους αναπτήρες με φακό που τους έκανα δώρο. Το βράδυ δεν υπάρχει φως.

Από την αυλή των φυλακών, όπου έγινε η συνάντησή μας, ζήτησα να πάω στην πτέρυγά τους. Ισως να συναντούσα εκεί και τον Κ. Μ. Αφού πέρασα από τρεις πόρτες ασφαλείας βρέθηκα στην πτέρυγα των παιδιών. Άλλο να σου λένε ότι αντί για 80 κρατούμενοι, στην πτέρυγα ζουν πάνω από 300 και άλλο να το βλέπεις.

Τρακόσιοι τόσοι άντρες, οι περισσότεροι νέοι, από περίπου 60 διαφορετικές χώρες στοιβαγμένοι σε ένα χώρο, όπου τους απαγορεύετε να βγουν από την πόρτα τις περισσότερες ώρες της ημέρας. Ισα ίσα που χωρούσαν όρθιοι, δεν ξέρω πως την βγάζουν τα σκοτεινά βράδια όταν πρέπει να ξαπλώσουν. Τα βλέμματα όλων στραμμένα πάνω μας. Εγώ, ο Σωκράτης, Ελληνας τρίτης γενιάς, δικηγόρος, που με βοήθησε σε όλη αυτή τη διαδικασία και ο υπάλληλος του υπουργείου Εξωτερικών για να μας βοηθά αλλά και να μας επιβλέπει.

Είναι η πρώτη φορά στη ζωή μου που περνούσα ανάμεσα από τόσους ανθρώπους και δεν αισθάνθηκα την ενέργεια κανενός. Σα να περνούσα ανάμεσα από φαντάσματα. Δεν έβγαλα τη μηχανή να φωτογραφήσω. Δεν μπορούσα για πολλούς λόγους να το κάνω. Εικόνες που θέλω να ξεχάσω, παραστάσεις που έκαναν την μικρή συνέντευξη που πήρα προηγουμένως να μηδενίζεται. Πως μπορούν και ζουν εδώ. Πόση μπορεί να είναι η αντοχή του ανθρώπου.

Σε αυτό το χάος, βρεθήκαμε και με τον Κ.Μ. Ξαφνιάστηκε και αυτός που μας είδε και μάλιστα εκεί μέσα. Δεν είπαμε πολλά, προσωπικά ήμουν σα χαμένος. Χαμένος και αυτός. Και τι να ρωτήσεις έπειτα από όλα αυτά. Του έσφιξα το χέρι, του έδωσα τα δώρα που του έφερα και του ευχήθηκα καλή τύχη.

Η καλή τύχη όμως δεν εξαρτάται από αυτούς. Εμείς μπορούμε να τους την αλλάξουμε. Στόχος της ιστορίας μου δεν ήταν μόνο να τους δω. Το αποτέλεσμα μετράει.

Βγήκα από τη φυλακή έχοντας χάσει όλη μου την ενέργεια. Προσπάθησα να τους την αφήσω εκεί πίσω από τα σίδερα, γιατί αυτοί που έμειναν εκεί πίσω τη χρειάζονται.

Ανέπνευσα στον καθαρό αέρα και παρόλο που αντίκρισα τη φτώχεια και την επικινδυνότητα της γειτονιάς αισθάνθηκα τόση ασφάλεια και τόση ανακούφιση...

Ο Σωκράτης, που πραγματικά μου εξέπληξε ο τρόπος που κινήθηκε, μου κανόνισε συνάντηση για το μεσημέρι με τον πρόεδρο της επιτροπής που δίνει χάρες στους κρατούμενους.

Οφείλω να το επαναλάβω, οι Περουβιανές αρχές μου συμπεριφέρθηκαν και με εξυπηρέτησαν με τέτοιο τρόπο που ελάχιστες χώρες της Ευρώπης θα έκαναν. Για την Ελλάδα δεν το συζητώ…

Σε δύο ώρες ήμουν στο γραφείο του Μιγκέλ Φακούντο (Miguel Facundo Chinguel). Εδώ εξελίσσεται η τρίτη φάση της ιστορίας μας. Πως μπορούμε να βοηθήσουμε ουσιαστικά τους Ελληνες κρατούμενους στο Περού;

Αύριο η συνέχεια.

Το ταξίδι συνεχίζεται,

πάρε ένα σάκο κι έλα…

 

Τι ώρα είναι στην Ελλάδα;
4048
Days around the World